“Το αμάρτημα της μητρός μου”, του Γεώργιου Βιζυηνού

“Το αμάρτημα της μητρός μου”

Γεώργιου Βιζυηνού

Κεντρική Σκηνή

Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2013

Καλοκαίρι 2014

Το «Αμάρτημα της μητρός μου» (1883) είναι ένα από τα γνωστότερα διηγήματα του Βιζυηνού. Έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, τα πρόσωπα είναι τα πραγματικά πρόσωπα της οικογένειάς του όπως και η ιστορία που αφηγείται. Είναι σημαντικό ότι ποτέ σκοπός του συγγραφέα δεν ήταν να γράψει την αυτοβιογραφία του, αλλά χρησιμοποιώντας ως μέσο τα βιώματά του να δώσει το βάθος της ανθρώπινης ψυχής και των δραματικών – μοιραίων καταστάσεων. Αναμφισβήτητα το καταφέρνει.

Διαβάζοντας το διήγημα εμφανίζεται ανάγλυφα μπροστά μας η φιγούρα της μητέρας του Βιζυηνού, με την τραγική ιστορία της που ξεδιπλώνεται μέσα στις λίγες σελίδες του. Αυτό όμως που την καθιστά ένα πραγματικά τραγικό πρόσωπο, είναι το παρελθόν και το μέλλον της. Μας κινεί το ενδιαφέρον και ταξιδεύουμε μαζί της συμπληρώνοντας ένα – ένα τα κομμάτια της ιστορίας της πέρα από το διήγημα.

Η μάνα του Βιζυηνού, Δέσποινιώ η Μιχαλιέσα, γεννήθηκε περίπου το 1827, στον Άγιο Στέφανο (σημερινά σύνορα Τουρκίας Βουλγαρίας). Ορφάνεψε μέσα στην αναταραχή του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1828) και υιοθετήθηκε από τον Παπουγιωργάκη (Γιώργη), ευκατάστατο πραματευτή από τη Βίζα. Ήταν άτεκνος και την αγάπησε περισσότερο κι από παιδί κι από γυναίκα, σε αντίθεση με την Χατζαποστόλω, τη γυναίκα του, που ζήλευε τη Δέσποινα πολύ.

Όταν έγινε 18 χρονών την πάντρεψαν με τον Μιχαήλο, με τον οποίο έζησαν μαζί περίπου 10 χρόνια και έκαναν 5 παιδιά: το Χρηστάκη, που σκοτώθηκε μεγάλος, την Άννα, το μωρό που «πλάκωσε» η μάνα του, το Βιζυηνό, την Αννιώ, που πέθανε μικρή και τον Μιχαήλο, που ήταν ακόμα στην κοιλιά της μάνας του όταν πέθανε ο πατέρας του, γι’ αυτό πήρε και το όνομά του.

Ο Βιζυηνός έφυγε μικρός από το σπίτι και σε όλο το διάστημα της ζωής του επισκεπτόταν το χωριό του μετά από μεγάλα διαστήματα απουσίας. Η μητέρα του του είχε μεγάλη αδυναμία, της έμοιαζε κιόλας όπως λένε, και πάντα τον περίμενε καρτερικά να γυρίσει στη Βίζα. Κι εκείνος την αγαπούσε πολύ. Την έπαιρνε συχνά μαζί του στην Πόλη.  Το 1885 που ο Βιζυηνός ήταν στην Αθήνα, η Δεσποινιώ κατέβηκε και έμεινε για ένα χρόνο εκεί μαζί του, ώσπου γύρισαν μαζί στη Βίζα. Δεν της άρεσε καθόλου η Αθήνα και ήθελε να γυρίσει στο χωριό. Ο Βιζυηνός ήτανε διαρκώς αμίλητος, όλο έγραφε κι εκείνη έπληττε. Του έλεγε «δεν σε έκανα, παιδί μου, έναν γελαδάρη, να έρχεσαι στο σπίτι να μου μιλάς;». Οι μόνες στιγμές που είχε διάθεση για συζήτηση ήταν στο τραπέζι, που του άρεσε να διηγείται ιστορίες και όταν έπαιζε με τα ανίψια του, τα παιδιά του Μιχαήλου.

Το 1892 ο Βιζυηνός αρρωσταίνει, ενώ βρίσκεται μακριά από τη Βίζα και 4 μήνες αργότερα πεθαίνει ξαφνικά ο αδερφός του, ο Μιχαήλος, χωρίς να έχουν ειδωθεί για καιρό. 4 χρόνια αργότερα πεθαίνει και ο Βιζυηνός, μακριά από τη μητέρα του.

Έτσι η Δεσποινιώ, έχασε όλα τα παιδιά της και από τα πολλά δάκρια λίγο – λίγο έχανε το φως της, ως που στο τέλος τυφλώθηκε ολότελα. Έζησε έτσι τυφλή για 12 χρόνια κοντά στη νύφη της, Τζιβάνη, και τα εγγονάκια της. Όλοι στο χωριό τη συμπονούσαν. Οι γυναίκες την οδηγούσαν στην εκκλησία ντυμένη κατάμαυρα, για να μνημονέψει τα παιδιά της. Στη νύφη της έλεγε να τη θάψουν με ανοιχτά ρούχα και άσπρο φακιόλι, γιατί την περισσότερη ζωή της – περίπου 50 χρόνια – την πέρασε στα μαύρα.

Έτσι έζησε καρτερικά, σαν αγία, ως το 1907 περίπου. Πέθανε με τον πιο ήσυχο θάνατο, διατηρώντας τα λογικά της μέχρι την τελευταία της πνοή.

Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, έγινε η κεντρική ηρωίδα για εμάς. Τη «βρήκαμε» στο σπίτι της εκεί κάπου στα 1907, να ζει με τα φαντάσματά της, να περιμένει για πάντα το Γιωργή να γυρίσει, να συνειδητοποιεί, να θυμάται και να ξαναζεί στιγμές της ζωής της ταξιδεύοντας μέσα από τα λόγια και την σκέψη του παιδιού της, του Γεώργιου Βιζυηνού, μεταφέροντάς μας με την απλότητα αλλά και το βάθος, που έχει μια τέτοια γυναίκα το διήγημα «Το αμάρτημα της μητρός μου»…το δικό της «αμάρτημα».

 

 

 

 

 

 

Γεώργιος Βιζυηνός  (Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης)

Βιζύη 1849 – Αθήνα 1896

 

Πεζογράφος και ποιητής. Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας.

Στα 10 του χρόνια οι γονείς του τον στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει ραπτική.  Για ένα διάστημα ζει στην Κύπρο όπου προοριζόταν για τον ιερατικό κλάδο. Το 1872 γίνεται ιεροσπουδαστής στην Θεολογική σχολή της Χάλκης. Εκεί το 1873 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Τα χρόνια 1875-1878 σπουδάζει στη Γερμανία φιλολογία και φιλοσοφία και το 1884 επιστρέφει στην Αθήνα και διορίζεται καθηγητής σε γυμνάσιο. Ένα χρόνο αργότερα εκλέγεται υφηγητής στην έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.   Το 1892 προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο. Εκεί ζει βυθισμένος στις ουτοπικές εμμονές του και ύστερα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πεθαίνει στις 15 Απριλίου του 1896 σε ηλικία 47 ετών.

Ο Βιζυηνός αντλεί το υλικό του από τα προσωπικά του βιώματα και από τις παραδόσεις της λαϊκής ζωής. Στόχος του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί αλλά χρησιμοποιώντας ως μέσο γεγονότα και καταστάσεις που έχει ζήσει, θέλει να εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχή. Το έργο του διακατέχεται από το δραματικό, καθώς και το ψυχολογικό – ψυχογραφικό στοιχείο.

Χρησιμοποιεί λόγια, λαϊκή και ιδιωματική γλώσσα. Η καθαρεύουσα του Βιζυηνού ανοίγει το δρόμο στη δημοτική.

Έτσι ο Βιζυηνός αναπτύσσει τη μυθοπλασία του. Ανακαινιστής και πρωτοπόρος, ανοίγει το δρόμο της νεοελληνικής διηγηματογραφίας.  Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, οι δραματικές συγκρούσεις, η δομή, η δραματικότητα, η άρτια τεχνική της αφήγησης – η ενδιαφέρουσα διαπλοκή του ιστορικού και του αφηγηματικού χρόνου – είναι μερικά από τα βασικά γνωρίσματα του “Αμαρτήματος της μητρός μου” αλλά και των άλλων διηγημάτων του.

 

 

 

Παίζει:

 

Η Μαρία Καντιφέ στο ρόλο της μητέρας του Βιζυηνού

 

Διασκευή Κειμένου* – Σκηνοθεσία: Θωμάς Καντιφές

Μουσική – Διασκευές: Αντώνης Ζαχαράκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Μίλτος Εμμανουήλ

Φωτισμοί: Άννα Τζανιδάκη

Χειρισμός Ήχου: Εύη Καννά

Φωτογραφίες: Γιώργος Γαβαλάς

Επιμέλεια Αφίσας – Προγράμματος: Άννα Τζανιδάκη

 

Μουσικοί:

 

Πνευστά: Βαγγέλης Παπαδάκης
Λαούτο: Ηλίας Κατσαβίδης
Λύρα: Λευτέρης Τζαγκαράκης
Κρουστά: Αντώνης Ζαχαράκης

Ηχογράφηση:studio YPOGA
Ενορχηστρώσεις-προγραμματισμός: Αντώνης Ζαχαράκης

 

*Στο κείμενο έχουν γίνει μικρές προσθήκες από πραγματικά λόγια της μητέρας του Βιζυηνού.

 

Η Μαρία Καντιφέ

Η Μαρία Καντιφέ

 

Comments are closed.